Η είσοδός του οδηγεί σε μια στενόμακρη αίθουσα μήκους 68μ. και πλάτους 15μ., με μεγάλη λιθωματική λεκάνη από όμορφο σταλαγμιτικό υλικό και ακολουθώντας ένα στενό πέρασμα στα αριστερά, βρισκόμαστε σε δεύτερη αίθουσα μήκους 20μ. πλάτους 9μ. και ύψους 4μ. Εκτός από αυτές τις αίθουσες, υπάρχει αριστερότερα ακόμα μια μικρότερων διαστάσεων. Μέσα στο σπήλαιο υπήρχαν άλλοτε τρεις πηγές. Ο σπηλαιολόγος Ι. Πετρόχειλος το 1952 σε εξερεύνηση του σπηλαίου βρήκε πολλά niphargus, τυφλά υδρόβια αμφίποδα.
Οι σταλακτίτες του σπηλαίου είναι μαυρισμένοι από τα λυχνάρια, τους πυρσούς και τα ξύλα που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό όχι μόνο οι προσερχόμενοι για τη λατρεία του Πάνα αλλά και κατά τους χριστιανικούς χρόνους. Κατά την αρχαιολογική έρευνα βρέθηκαν τρία στρώματα που δηλώνουν τρεις περιόδους χρησιμοποίησης της σπηλιάς. Το νεώτερο στρώμα , ανώτερο, ανήκει στην περίοδο μετά τα Μηδικά. Εκεί βρέθηκαν 2000 λυχνάρια στα οποία οφείλει το όνομά της, "Λυχνοσπηλιά", καθώς και θυμιατήρια από κόκκινο πηλό με κίτρινο επίχρισμα.
Στο μεσαίο στρώμα βρέθηκαν πήλινα ειδώλια, θραύσματα αγγείων που φθάνουν από το 1000 π.Χ. μέχρι τα ερυθρόμορφα αττικά του 5ου αι., μια λουτροφόρος με κληματόφυλλα, μικρά αγάλματα του Πάνα και του Ερμή, ανάγλυφο με τη μορφή του Πάνα, των Νυμφών, του Ερμή, του Αχελώου που θεωρείται πατέρας των Νυμφών, ένα θραύσμα από κρατήρα με αναπαράσταση σκηνής από τη φύση, με σάτυρο, μια γίδα, ένα βράχο και μια γυναίκα που ο χιτώνας της υποδηλώνει την Άρτεμη.
Το κατώτερο και παλαιότερο στρώμα έδωσε θραύσματα προϊστορικής κεραμικής, αφιερώματα σε κάποια προϊστορική θεότητα, καθώς και λίγα από μυκηναϊκούς ψευδόστομους αμφορείς. Το σπήλαιο δεν είναι επισκέψιμο καθώς δεν θεωρείται αρχαιολογικός χώρος.
αίθουσα 1.

.jpg)







