Οι κύριες οικονομικές δραστηριότητες της πόλης είναι η αλιεία, ένα
από τα μεγαλύτερα αλιευτικά λιμάνια στις νότιες επαρχίες και ο τουρισμός. Τα τελευταία χρόνια η πόλη έχει γίνει επίκεντρο των θαλάσσιων σπορ, λόγω των άφθονων παραλιών που την περιβάλλουν και στις συνθήκες των ανέμων, που την καθιστούν ιδιαίτερα κατάλληλη για θαλάσσια σπορ όπως surfing, windsurfing ή kite surfing.
Μερικά από τα αξιοθέατα της πόλης:
Το Μεγάλο Τζαμί της Ντάχλα.
Η Εκκλησία της Παναγίας του Όρους Carmel. Είναι μια
ρωμαιοκαθολική ενοριακή εκκλησία, χτισμένη από τους Ισπανούς τον 20ό αιώνα με μια απλή λευκή πρόσοψη και με πινελιές από τα χρώματα της ερήμου.
Η φυσική ιαματική πηγή Ασμαά. Βρίσκεται 36 χλμ. βορειοανατολικά από την πόλη, είναι επίσης ένα πολύ δημοφιλές σημείο για τους τουρίστες που έρχονται για τα ιαματικά νερά της στους 38 °C, τα οποία προέρχονται από ένα πηγάδι βάθους περίπου 700 μέτρων.
Ο διάσημος λευκός αμμόλοφος. Ένας λευκός αμμόλοφος που σχηματίζεται από τον άνεμο υψώνεται στη μέση του κόλπου σχηματίζοντας τη δική του λιμνοθάλασσα με μια απόχρωση μπλε και πράσινου. Από την κορυφή του, η απόλυτα καθαρή θέα αποκαλύπτει το μεγαλείο του τόπου.
Φλαμίνγκο περιφέρονται στις αμμώδεις όχθες του, ενώ χιλιάδες καβούρια στοιβάζονται στην άκρη του νερού.
Ο φάρος Ντάχλα. Βρίσκεται στο ακρωτήριο Αρσιπρές Γκράντε. Είναι ένας κυλινδρικός πύργος ύψους 50 μέτρων, με στοά και φανάρι. Εκπέμπει μια λευκή λάμψη κάθε πέντε δευτερόλεπτα, ορατή έως και 38 χιλιόμετρα μακριά. Δεξιά του βρίσκεται ο παλιός φάρος της δεκαετίας 1920.
Η Όαση Ντάκλα. Eίναι μία από τις επτά οάσεις της Δυτικής Ερήμου της Αιγύπτου. Βρίσκεται στο Κυβερνείο της Νέας Κοιλάδας, 350 χλμ. από τον Νείλο και ανάμεσα στις οάσεις Φαράφρα και Κάργκα. Έχει μήκος περίπου 80 χλμ. από ανατολικά προς δυτικά και 25 χλμ. από βορρά προς νότο.
Το Deir el-Hagar, Ντέιρ ελ-Χάγκαρ. Tο "Μοναστήρι της Πέτρας", είναι ένας ναός από ψαμμίτη στο δυτικό άκρο της όασης Ντάκλα, περίπου 10 χλμ. από το Ελ-Κασρ. Ήταν θαμμένος στην άμμο για πολλούς αιώνες από τον τεράστιο αμμόλοφο που εξακολουθεί να είναι ορατός στα νότια, αποκαλύφθηκε, αναστηλώθηκε και ανακατασκευάστηκε εν μέρει κατά τη δεκαετία του 1990.
















