Τα πρώτα χρόνια ζωγράφιζε με πινέλα που τα έφτιαχνε η ίδια από
τρίχες κατσίκας, όπως και τα χρώματα στα πάντα, ξύλο, όστρακα και τους φημισμένους πίνακες σε κάμποτο, ένα είδος υφάσματος το οποίο το έβαζε σε τελάρο πρώτα και μετά το περνούσε δύο, πολλές φορές και τρεις φορές με κόλλα για να σταθεροποιηθεί και έπειτα το άφηνε να στεγνώσει.
Όταν το ύφασμα ήταν έτοιμο, ξεκινούσε να μεγαλουργεί. Όλες οι μνήμες από το Αϊβαλί, ότι έζησε ως παιδί αλλά και ως ενήλικη από την αγροτική ζωή, τους γάμους, τις γιορτές, όλα ζωντάνευαν με το πινέλο. Ποτέ δεν αντέγραφε, ποτέ δε μιμήθηκε κάποιον. Ήταν αυτοδίδακτη, το κάθε έργο της ήταν μοναδικό.
Πέρασε αρκετά δύσκολη ζωή, αλλά πάντα αγωνιζόταν να
αντιμετωπίσει τα κάθε λογής προβλήματα. Με τη ζωγραφική μεγάλωσε πέντε παιδιά, τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Τους πίνακες τούς πουλούσε για αυγά, λάδι, για να ζήσει αυτά τα παιδιά. Πολλοί όμως την εκμεταλλεύτηκαν μ’ αυτό τον τρόπο.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι πίνακες της Θεολογίας έπαιρναν αξία, μόνο που η αξία τους δεν έφτασε ποτέ στα χέρια της. Πολλοί διάσημοι την επισκέπτονταν στα Αλυφαντά, όπου έμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, για να πάρουν πίνακά της για ένα κομμάτι ψωμί, Έλληνες και ξένοι. Πολλά έργα της βρίσκονται στο εξωτερικό, όπως Σουηδία, Αυστραλία, Αμερική κ.α. Οι φωτογραφίες προέρχονται από βιβλίο και δεν αναδεικνύουν τα έργα της.










