Bρίσκεται μέσα σε ένα δύσβατο φαράγγι με πλούσια βλάστηση
και άγρια ομορφιά. Σε συνδυασμό με την πυκνή βλάστηση, το σημείο ήταν ανήλιαγο, ξημέρωνε αργά και νύχτωνε νωρίς. Ο οικισμός δεν κατοικείται τα τελευταία 56 χρόνια, καθώς οι κάτοικοι της Μόρνας ίδρυσαν το 1965 έναν νέο οικισμό, τα Φωτεινά.
Πριν την παρακμή και την εγκατάλειψή της, η Μόρνα γνώρισε πολλά χρόνια ακμής. Στο δασικό σύμπλεγμα μεταξύ Σκοτεινών (Μόρνας) και Λιβαδίου – Φτέρης λειτουργούσε το Κρατικό Εργοστάσιο Επεξεργασίας Ξύλου. Η οξιά της περιοχής θεωρούνταν άριστης ποιότητας και από τις καλύτερες παγκοσμίως.
σημαντική συμβολή του εργοστασίου ξυλείας της περιοχής στην Εθνική Οικονομία και απένειμε στους υπεύθυνους Χρυσό Μετάλλιο.
Επίσης, σύμφωνα με άλλες πηγές, επιλέχθηκε για να κατασκευαστεί η θαλαμηγός του βασιλιά Όθωνα, το 1830. Αλλά και στην αρχαιότητα πολλά καράβια ναυπηγήθηκαν στα παράλια της Κατερίνης από δέντρα που κάποτε φύτρωσαν και μεγάλωσαν εκεί. Όμως το 1967 στο εργοστάσιο έκλεισε, οι δουλειές λιγόστεψαν και οι περισσότεροι κάτοικοι μετανάστευσαν.
Υπάρχουν διάφορες τρομακτικές ιστορίες για το χωριό. Πολλοί
ισχυρίζονταν ότι στην περιοχή υπήρχε αρνητική ενέργεια. Μάρτυρες ενός φαινομένου ήταν βοσκοί και εργάτες του εργοστασίου ξυλείας. Έλεγαν ότι όταν σχολούσαν από τις δουλειές τους, έβλεπαν επτά κοπέλες μικρής ηλικίας που χόρευαν γυμνές κλαίγοντας γοερά και σε έκσταση γύρω από τον ποταμό Μόρνο. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε "γκουλαγκούδια", που σημαίνει γυμνά.
Μια άλλη τρομακτική ιστορία ήταν αυτή με το "μαλλιαρό χέρι", που θεωρητικά κυνηγούσε όσους έβρισκε στο διάβα του. Αφορούσε έναν άνδρα, ο οποίος μετανάστευσε και εγκατέλειψε το σπίτι του. Όταν το σπίτι άρχισε πλέον να διαλύεται, οι κάτοικοι έλεγαν ότι ο μετανάστης άφησε μια κατάρα πίσω του. Ακούγονταν διάφοροι απόκοσμοι ήχοι άγνωστης προέλευσης και οι περαστικοί απέφευγαν να το πλησιάσουν.
Παρασκευής στο κοιμητήριο του χωριού και έχει ρυθμό βασιλικής με τρούλο και
ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος είναι και ο πολιούχος του χωριού.















