Φωλιάζει σε αποικίες, στους παράκτιους υγροτόπους, ιδιαίτερα σε αλμυρές λιμνοθάλασσες ή αλυκές. Τον χειμώνα θα τη συναντήσει κανείς και σε λίμνες. Φτιάχνει τη φωλιά της, που είναι μια ρηχή λακκούβα στρωμένη με φυτικό υλικό, σε νησίδες.
Αναζητά την τροφή της (έντομα, καρκινοειδή, σκουλήκια) στα ρηχά λασποτόπια. Χαρακτηριστική είναι η ρυθμική κίνηση του ράμφους της από τη μία πλευρά στην άλλη, σαν σπάθισμα, όταν ψάχνει για τροφή στα ρηχά νερά.
Σήμερα στην Ελλάδα υπολογίζεται πως φωλιάζουν 500 - 700 ζευγάρια. Τον χειμώνα, όπως και κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης, ο πληθυσμός τους αυξάνεται με τα πουλιά που έρχονται για να διαχειμάσουν στην Ελλάδα. Τότε εμφανίζεται στους περισσότερους παράκτιους υγροτόπους, αλλά και σε εσωτερικούς υγροτόπους γλυκού νερού.
Αναπαράγεται στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στους παράκτιους υγροτόπους του Θερμαϊκού Κόλπου (δέλτα Αξιού, Αλυκή Κίτρους) και στο σύμπλεγμα υγροτόπων του Πόρτο Λάγος. Μικρές αποικίες εμφανίζονται και σε αλυκές νησιωτικών υγροτόπων (Λέσβο και Λήμνο).
Ο πληθυσμός τους έχει μειωθεί πολύ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 - 30 ετών με αποτέλεσμα να εξαφανισθεί από πολλές περιοχές, όπως το δέλτα του Έβρου όπου φώλιαζε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Έχει μήκος σώματος (42-) 43 έως 45 (-46) εκατοστά, άνοιγμα πτερύγων (67-) 77 έως 80 εκατοστά, μήκος ράμφους 7,5-8,5 εκατοστά, μήκος ταρσού ♂ (7,6-) 8,5 έως 10 εκατοστά, ♀ 7,7 έως 9,2 εκατοστά και βάρος (250-) 290 έως 400 γραμμάρια.
Η αβοκέτα προστατεύεται σύμφωνα με την εθνική, και διεθνή νομοθεσία. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας. Προστατεύεται σύμφωνα την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ και τη Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (1979).
MyPhotoPics












